Ο θυρεοειδής είναι ένας αδένας με σχήμα πεταλούδας, που βρίσκεται στο πρόσθιο τμήμα του τραχήλου. Παράγει δύο πολύ σημαντικές ορμόνες, την ορμόνη Τ3 και την ορμόνη Τ4 ή θυροξίνη. Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν κάθε όργανο και κύτταρο, αλλά κυρίως ρυθμίζουν την ανάπτυξη, την ωρίμανση του σώματος και το μεταβολισμό. Έτσι, λοιπόν, οι ορμόνες του θυρεοειδούς επηρεάζουν τους καρδιακούς ρυθμούς, τη χοληστερίνη, το βάρος, την παραγωγή ενέργειας και θερμότητας, την υφή του δέρματος, τη μνήμη και άλλες σημαντικές λειτουργίες του οργανισμού.
Η ελαττωματική λειτουργία του θυρεοειδούς παρουσιάζεται κυρίως με δύο μορφές: τον υπερθυρεοειδισμό και τον υποθυρεοειδισμό. Στην πρώτη περίπτωση ο αδένας λειτουργεί εντονότερα από το φυσιολογικό (υπερλειτουργεί), ενώ στην δεύτερη λιγότερο (υπολειτουργεί).
Οι διαταραχές στη λειτουργία και το μέγεθος του θυρεοειδούς αδένα μπορούν να διαγνωστούν με μία σειρά εξετάσεων που περιλαμβάνουν την κλινική εξέταση, τον αιματολογικό και απεικονιστικό έλεγχο και την παρακέντηση.
Η Κλινική εξέταση είναι η πρώτη και πιο βασική εξέταση για τη διάγνωση των παθήσεων του θυρεοειδούς αδένα. Κατά τη διάρκεια της κλινικής εξέτασης, ο γιατρός ψηλαφεί τον αδένα προκειμένου να λάβει πληροφορίες για το μέγεθός του και την ύπαρξη ή μη όζων και ελέγχει τυχόν κλινικά σημεία όπως τρόμος στα χέρια, γρήγορος σφυγμός του ασθενούς, ύπαρξη εξόφθαλμου, αύξηση σωματικού βάρους κ.τλ.
Αιματολογικές εξετάσεις
Περιλαμβάνουν τη μέτρηση των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα (Τ3, Τ4), της ορμόνης TSH και των αντισωμάτων του θυρεοειδούς.
Υπερηχογράφημα
Η εξέταση αυτή αποκαλύπτει το μέγεθος και την έκταση του θυρεοειδούς καθώς και οποιεσδήποτε κύστεις ή οζίδια δεν έγιναν αντιληπτά με την ψηλάφηση. Το υπερηχογράφημα γίνεται με τη χρήση μιας κεφαλής υπερήχων, η οποία περνά πάνω από το δέρμα, στο μπροστινό τμήμα του λαιμού, απεικονίζοντας σε μια οθόνη την εικόνα του τραχήλου.
Σπινθηρογράφημα
Εάν βρεθούν όζοι που είναι μεγάλοι σε μέγεθος και συγκεκριμένης υφής είναι πιθανόν ο γιατρός να ζητήσει να γίνει σπινθηρογράφημα. Το σπινθηρογράφημα ξεχωρίζει τους θερμούς από τους ψυχρούς όζους, δηλαδή τους καλοήθεις όζους από τους όζους που είναι ύποπτοι για κακοήθεια. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, χορηγείται στον ασθενή ραδιοφάρμακο ενώ μία κεφαλή «σκανάρει» και φωτογραφίζει τον θυρεοειδή.
Παρακέντηση
Σε περίπτωση που βρεθεί ψυχρός όζος, ο γιατρός προχωρά σε παρακέντηση του όζου. Στην παρακέντηση, τοποθετείται μία βελόνα, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται για τη λήψη αίματος, στην άκρη μίας σύριγγας και στη συνέχεια περνά μέσω του δέρματος του λαιμού, υπό υπερηχητική καθοδήγηση, στον όζο του θυρεοειδούς. Μέσω της παρακέντησης λαμβάνονται κύτταρα από τον όζο, τα οποία στέλνονται για εξέταση στο εργαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται για ύποπτο, καλοήθη ή κακοήθη όζο.
Ο υπερθυρεοειδισμός αφορά σε υπερπαραγωγή θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4.
Η συχνότητά του αυξάνεται με την ηλικία, αλλά είναι πιο σπάνιος από τον υποθυρεοειδισμό (η συχνότητά του υπερθυρεοειδισμού είναι μικρότερη από 1%).
Σε ηλικίες άνω των 65 ετών η συχνότητά του είναι 4% στις γυναίκες και 1.5% στους άνδρες.
Τα κύρια συμπτώματά του υπερθυρεοειδισμού είναι η ταχυκαρδία, η αδυναμία, η συνεχής και έντονη εφίδρωση, η δυσανεξία στη ζέστη, το τρέμουλο στα χέρια, η νευρικότητα και η μη αύξηση ή ελάττωση του σωματικού βάρους παρά την αυξημένη όρεξη και κατανάλωση φαγητού.
Η διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού καθυστερεί μερικές φορές καθώς τα συμπτώματά του μοιάζουν πολύ με αυτά του στρες: η ταχυκαρδία, η έντονη εφίδρωση, το τρέμουλο και ο εκνευρισμός.
Χρειάζεται, επίσης, προσοχή, γιατί η απώλεια βάρους με ελαττωμένη όρεξη και δυσκοιλιότητα, μπορεί να υποκρύπτει και κάποια κακοήθεια.
Η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα σχετίζεται με τη λειτουργία της καρδιάς. Έτσι στον υπερθυρεοειδισμό, είναι συχνό το φαινόμενο των αρρυθμιών. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, η δυσλειτουργία πρέπει να διαγιγνώσκεται έγκαιρα ώστε να αποφευχθούν σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα.
Η υπερλειτουργία του θυρεοειδούς εάν δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να προκαλέσει οστεοπόρωση στις γυναίκες. Αυτό το ενδεχόμενο είναι πιο πιθανό στις περιπτώσεις κατάχρησης της θυροξίνης (της ορμόνης που χορηγείται για τον υποθυρεοειδισμό) στις γυναίκες και ειδικά σε μεγάλες ηλικίες. Γι' αυτό πρέπει η χορήγηση της θυροξίνης στις γυναίκες να γίνεται με μεγάλη προσοχή.
Επίσης, όσοι έχουν υπερθυρεοειδισμό που οφείλεται σε νόσο Graves, μπορεί να εμφανίσουν προβλήματα με τα μάτια, όπως εξόφθαλμο, διπλωπία, οίδημα επιπεφυκότα κλπ.
Είναι η πάθηση που χαρακτηρίζεται από μειωμένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών T3 και T4. Ο αδένας δουλεύει λιγότερο, άλλες φορές για παράδειγμα κατά 10-20%, οπότε έχουμε ήπιο υποθυρεοειδισμό που μπορεί και να μην χρειάζεται θεραπεία και άλλες φορές κατά 80-90%, οπότε έχουμε βαρύ υποθυρεοειδισμό.
Η συχνότητα της πάθησης μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία. Είναι πιο συχνή στις γυναίκες με τη συχνότητα να αυξάνεται στις γυναίκες ηλικίας άνω των 50 ετών. Συγκεκριμένα, από μελέτες γνωρίζουμε ότι σε γυναίκες 60 ετών το ποσοστό που πάσχει από υποθυρεοειδισμό κυμαίνεται από 8 έως 15%.
Τα βασικά συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού είναι το αίσθημα κούρασης, η τριχόπτωση, η αύξηση του σωματικού βάρους παρά την προσεκτική διατροφή, η υπνηλία ακόμη και αν κοιμόμαστε ικανοποιητικές ώρες, η βραχνάδα στη φωνή και η δυσανεξία στο κρύο.
Τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού είναι ήπια και κοινά με πολλές παθήσεις. Πρόκειται για μια διαδικασία που εξελίσσεται για χρόνια.
Στην περίπτωση του υποθυρεοειδισμού μπορεί να παρατηρηθεί πρόσληψη βάρους, η οποία πέρα από το λίπος αφορά σε σημαντικό βαθμό και την κατακράτηση υγρών. Οι διαταραχές στη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα μπορεί να αυξήσουν το σωματικό βάρος κατά 1 έως 3 κιλά το πολύ τον χρόνο. Ωστόσο, αν δεν ρυθμιστεί το πρόβλημα που παρουσιάζεται στον θυρεοειδή, αθροιστικά μπορούμε να πάρουμε ακόμη και 10 κιλά μέσα σε 4-5 χρόνια.
Ο αρρύθμιστος θυρεοειδής μπορεί πράγματι να προκαλέσει προβλήματα γονιμότητας σε άνδρες και γυναίκες, γιατί επηρεάζει τη λειτουργία των ορμονών. Στις μεν γυναίκες επηρεάζει την ωορρηξία – προκαλεί ανωορρηξία – στους δε άντρες προκαλεί πτώση των επιπέδων τεστοστερόνης, με αποτέλεσμα αδυναμία στύσης και υπογονιμότητα.
Η χορήγηση θυροξίνης αποτελεί τη λύση για κάθε μορφή υποθυρεοειδισμού. Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται μικρές δόσεις, ενώ οι έφηβοι και οι έγκυες γυναίκες μεγαλύτερες.
Η θυρεοειδίτιδα Χασιμότο είναι μια διαταραχή του θυρεοειδούς που τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται με πολύ μεγάλη συχνότητα. Ανήκει στην κατηγορία των αυτοάνοσων νοσημάτων, δηλαδή ο οργανισμός δημιουργεί από μόνος του αντισώματα, τα οποία επιτίθενται και καταστρέφουν τον ίδιο τον θυρεοειδή. Πέρα από κάποιους κληρονομικούς και γονιδιακούς παράγοντες, τα αίτια της πάθησης παραμένουν άγνωστα. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι πολλοί πάσχουν από θυρεοειδίτιδα Χασιμότο και δεν το γνωρίζουν, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως ο αδένας δε λειτουργεί σωστά ή ότι χρειάζεται οπωσδήποτε θεραπεία.
Η αύξηση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στην εμφάνιση των παθήσεων του θυρεοειδούς οφείλεται καταρχάς στο ότι πλέον εντοπίζονται και διαγιγνώσκονται περισσότερα περιστατικά σε σχέση με παλαιότερα. Άλλες αιτίες είναι η κληρονομικότητα (αφορά κυρίως στους όζους και τη βρογχοκήλη), το στρες (ιδιαίτερα για τον υπερθυρεοειδισμό), η χρήση φαρμάκων όπως π.χ. για τις καρδιοπάθειες που ευνοούν την εμφάνιση διαταραχών του θυρεοειδούς, ενώ σύμφωνα με μελέτες και το κάπνισμα φαίνεται να ευθύνεται, αν και σε μικρό βαθμό. Επίσης, συχνά μετά την εγκυμοσύνη εκδηλώνονται θυρεοειδίτιδες.
Άλλα αίτια που μπορεί να προκαλέσουν παθήσεις στο θυρεοειδή είναι η ακτινοβολία που υπάρχει τόσο στο περιβάλλον όσο και σε ιατρικά μηχανήματα (αξονικές τομογραφίες και ακτινογραφίες) αλλά και τα πυρηνικά ατυχήματα, όπως στο Τσέρνομπιλ, που οδηγούν σε αύξηση των κρουσμάτων καρκίνου του θυρεοειδούς στις γειτονικές περιοχές.
Οι όζοι είναι τοπικές διογκώσεις του θυρεοειδούς αδένα, που συνήθως ανακαλύπτονται τυχαία, κατά τη διάρκεια μιας ιατρικής εξέτασης ή από τους ίδιους τους ασθενείς καθώς κοιτάζονται στον καθρέφτη. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται και ΒΡΟΓΧΟΚΗΛΗ.
Η εμφάνισή τους, που μπορεί να γίνει σε κάθε ηλικία, δεν είναι κατά κανόνα ανησυχητική, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των όζων είναι καλοήθεις διογκώσεις και μόνο ένα ποσοστό της τάξεως του 5-10% αυτών εξελίσσονται σε καρκίνωμα.
Ωστόσο, πρέπει να τίθενται υπό ιατρική παρακολούθηση είτε για το ενδεχόμενο να εξελιχθούν σε κακοήθεια είτε για τυχόν διόγκωσή τους, η οποία θα ασκούσε πίεση στην γύρω περιοχή (τραχεία, οισοφάγος) είτε για να εντοπιστεί έγκαιρα τυχόν διαταραχή της λειτουργίας τους, αν δηλαδή από «ψυχροί» (ανενεργοί) μετατραπούν σε «λειτουργικούς» και προκαλέσουν ελαφρύ υπερθυρεοειδισμό.
Οι καλοήθεις όζοι του θυρεοειδούς – εφόσον δεν είναι πολύ μεγάλοι και δεν προκαλούν πιεστικά φαινόμενα – δεν είναι απαραίτητο να αφαιρούνται.
Όταν ένας όζος είναι ύποπτος στην κλινική εξέταση ή το υπερηχογράφημα, ή «ψυχρός» στο σπινθηρογράφημα, τότε πρέπει να παρακεντείται. Στην παρακέντηση, τοποθετείται μία βελόνα, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται για τη λήψη αίματος, στην άκρη μίας σύριγγας και στη συνέχεια περνά μέσω του δέρματος του λαιμού, υπό υπερηχητική καθοδήγηση, στον όζο του θυρεοειδικού αδένα. Μέσω της παρακέντησης λαμβάνονται κύτταρα από τον όζο, τα οποία στέλνονται για εξέταση στο εργαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται για ύποπτο, καλοήθη ή κακοήθη όζο. Η παρακέντηση είναι σημαντική εξέταση, απλή, ανώδυνη και γρήγορη και πραγματοποιείται και σε ένα απλό ιατρείο.
Ο θυρεοειδής αδένας πρέπει να αφαιρείται όταν ο όζος είναι αρκετά μεγάλος που προκαλεί πιεστικά φαινόμενα (δύσπνοια, δυσκαταποσία), για αισθητικούς λόγους ή και όταν υπάρχει υποψία κακοήθειας. Συνήθως οι όζοι του θυρεοειδούς είναι καλοήθεις σε ποσοστό 90%, με τις πιθανότητες όμως για κακοήθεια να αυξάνονται αν ο όζος είναι μεγάλος και αν μεγαλώνει γρήγορα, ή αν είναι ψυχρός στο σπινθηρογράφημα (δηλαδή αν δεν προσλαμβάνει το ραδιενεργό ισότοπο).
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί το 1% όλων των νεοπλασιών. Εμφανίζεται πιο συχνά σε γυναίκες (γυναίκες/άνδρες: 3/1).
Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι μια μορφή καρκίνου που αντιμετωπίζεται χειρουργικά και από τους ειδικούς χαρακτηρίζεται ως ιάσιμη.
Το θηλώδες καρκίνωμα είναι το πιο συχνό καρκίνωμα του θυρεοειδούς (65%) και έχει το υψηλότερο ποσοστό 10ετούς επιβίωσης (98%). Αρκετά συχνά μετά τη χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς λόγω θηλώδους καρκινώματος χρειάζεται και η χορήγηση θεραπευτικού ραδιενεργού ιωδίου για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα υποτροπής.
Πυρηνικά ατυχήματα, ακτινοβολία
Απελευθέρωση ραδιενεργού ιωδίου που εισπνεόμενο ή καταπινόμενο οδηγεί σε μεταλλάξεις στο DNA με αποτέλεσμα την καρκινογένεση.
Πριν από 20 χρόνια οι συχνότερες παθήσεις του θυρεοειδούς ήταν διογκώσεις του αδένα (οζώδεις βρογχοκήλες), κυρίως λόγω της έλλειψης ιωδίου στις τροφές. Αυτό έχει αλλάξει σήμερα, καθώς φαίνεται ότι πλέον παίρνουμε αρκετό ιώδιο από τη διατροφή μας.
Οι τροφές που περιέχουν ιώδιο είναι κατά κύριο λόγο το αλάτι, τα ψάρια και τα θαλασσινά, ακόμη και το ψωμί, ή και φρούτα και λαχανικά αν έχουν καλλιεργηθεί κοντά στη θάλασσα ή αυγά, γαλακτοκομικά και κρέας που προέρχονται από ζώα που τρέφονταν με ιωδιούχες τροφές.
Πρόσληψη ιωδίου με …μέτρο χρειάζεται σε άτομα που πάσχουν από υπερθυρεοειδισμό και παίρνουν σχετική φαρμακευτική αγωγή.
Υπάρχουν όμως και υγιεινές κατά τα άλλα τροφές, όπως μπρόκολο, λάχανο, κουνουπίδι, καλαμπόκι, γίγαντες και γλυκοπατάτες που ευνοούν την ανάπτυξη βρογχοκήλης.
Στην εγκυμοσύνη οι διαταραχές του θυρεοειδούς αποτελούν, μετά τον σακχαρώδη διαβήτη, το δεύτερο κατά σειρά πιο συχνό ενδοκρινολογικό νόσημα.
Ο ρόλος του θυρεοειδούς κατά την εγκυμοσύνη είναι σημαντικότατος, ιδιαίτερα στη διάρκεια των πρώτων 10-12 εβδομάδων της κύησης, καθώς το έμβρυο στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης εξαρτάται αποκλειστικά από τη μητέρα του για την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών, που συμβάλλουν στη νευρολογική του ανάπτυξη.
Εύλογα, είναι απαραίτητος ο έλεγχος σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, ώστε να αντιμετωπίζονται έγκαιρα τυχόν προβλήματα που θα προκύψουν. Αν διαπιστωθεί κάποιο πρόβλημα στη λειτουργία του θυρεοειδούς, πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη λήψη των κατάλληλων φαρμάκων, τα οποία θα συστήσει ο ενδοκρινολόγος.
Ο υποθυρεοειδισμός είναι η συχνότερη διαταραχή του θυρεοειδούς κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και αφορά το 3% των εγκύων (είτε με προϋπάρχοντα υποθυρεοειδισμό είτε πρωτοεμφανιζόμενο στην κύηση). Ο ορμονικός έλεγχος είναι απαραίτητος στην αρχή της εγκυμοσύνης και πρέπει να επαναλαμβάνεται ανά 4-6 εβδομάδες, γιατί η δόση υποκατάστασης της θυροξίνης μπορεί να αυξηθεί.
Βαρύς υποθυρεοειδισμός σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αποβολών πρώτου τριμήνου, ενδομήτριο θάνατο, πρόωρο τοκετό, υπέρταση κύησης, προεκλαμψία. Ακόμη, τα νεογνά μητέρων με υποθυρεοειδισμό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αντιμετωπίζουν μεγάλο κίνδυνο να εμφανίσουν νοητική καθυστέρηση.
Αν έχετε όζους στον θυρεοειδή σας, αυτοί πιθανόν να αυξηθούν λίγο σε μέγεθος κατά την εγκυμοσύνη. Τυχόν προβλήματα κατά κανόνα αντιμετωπίζονται μετά τον τοκετό, ενώ, αν κρίνεται απαραίτητο, η παρακολούθηση των όζων γίνεται με υπερηχογράφημα. Αν χρειαστεί να πραγματοποιηθεί χειρουργική αφαίρεση (καρκίνος θυρεοειδούς), αυτό μπορεί να γίνει στο δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος αποβολής. Αν και δεν υπάρχουν επίσημες οδηγίες για το πότε πρέπει να γίνεται ο έλεγχος ρουτίνας στις εγκύους, καλό είναι ο αιματολογικός έλεγχος των θυρεοειδικών ορμονών να γίνεται στην αρχή της εγκυμοσύνης.
Μια γυναίκα που εμφανίζει υπερθυρεοειδισμό πριν ή κατά την εγκυμοσύνη αναφέρει συνήθως ταχυκαρδία, απώλεια βάρους, εκνευρισμό και αϋπνία. Μεγάλη προσοχή χρειάζεται για τη σωστή διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού και την έναρξη αγωγής. Απαραίτητη είναι η τακτική μηνιαία παρακολούθηση και αναπροσαρμογή του θεραπευτικού σχήματος αν χρειαστεί. Μη ρυθμισμένος υπερθυρεοειδισμός στην κύηση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αποβολών και έχει δυσμενείς συνέπειες στην υγεία τόσο του εμβρύου όσο και της μητέρας. Ένα στα πέντε νεογέννητα μητέρων με υπερθυρεοειδισμό εμφανίζουν και αυτά παροδικό υπερθυρεοειδισμό. Στο στάδιο της λοχείας υπάρχει μεγάλη πιθανότητα έξαρσης του ήδη υπάρχοντος ή επανεμφάνισης υπερθυρεοειδισμού στη μητέρα.
Τα προβλήματα του Θυρεοειδούς στα παιδιά μπορεί να επηρεάσουν την σωματική και πνευματική τους ανάπτυξη, ως εκ τούτου, είναι ζωτικής σημασίας οι γονείς να κατανοούν τα σημάδια και τα συμπτώματα των βασικών θυρεοειδικών καταστάσεων. Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες και η έγκαιρη παρέμβαση θα συμβάλει στην αποφυγή τυχόν μακροπρόθεσμων προβλημάτων ή επιπλοκών.
Τα παιδιά δύναται να αποκτήσουν προβλήματα με το θυρεοειδή τους από τη γέννησή τους, δεδομένου ότι μπορεί να γεννηθούν με ελαττωμένη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, μία κατάσταση που ονομάζεται συγγενής υποθυρεοειδισμός. Σε ορισμένες σοβαρές περιπτώσεις υπάρχει πιθανότητα τα μωρά να γεννηθούν χωρίς θυρεοειδή αδένα. Σήμερα ελέγχεται σε όλα τα νεογέννητα η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα με τον έλεγχο της θυρεοτρόπου ορμόνης TSH. Τα μωρά που γεννιούνται με υποθυρεοειδισμό μπορεί να εμφανίζουν λήθαργο, δυσκολίες στο φαγητό, παρατεταμένο ίκτερο, να είναι υποτονικά, να έχουν βραχνό κλάμα και να εμφανίζουν δυσκοιλιότητα.
Τα παιδιά με συγγενή υποθυρεοειδισμό αντιμετωπίζονται με λεβοθυροξίνη κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι ενήλικες. Αυτή η θεραπεία μπορεί να εξασφαλίσει ότι το παιδί συνεχίζει να αναπτύσσεται κανονικά.
Οι περισσότερες περιπτώσεις υποθυρεοειδισμού προκαλούνται από παράγοντες που δεν είναι γνωστοί. Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτε που θα μπορούσατε να είχατε κάνει ή αποφύγει ώστε να προφυλάξετε το παιδί σας από το να έχει υποθυρεοειδισμό.
Εάν η διάγνωση του συγγενούς υποθυρεοειδισμού και η έναρξη θεραπείας γίνουν έγκαιρα, η σωματική και η νοητική ανάπτυξη του παιδιού θα είναι το ίδιο καλή με αυτή ενός μη υποθυρεοειδικού παιδιού.
Η νόσος Graves είναι μια αυτοάνοση διαταραχή και είναι υπεύθυνη για όλες σχεδόν τις περιπτώσεις υπερθυρεοειδισμού στα παιδιά. Ωστόσο, η νόσος του Graves τείνει να είναι πιο κοινή σε εφήβους από ό,τι σε μικρά παιδιά και γενικότερα πλήττει περισσότερο τα κορίτσια από ό,τι τα αγόρια.
Η νόσος Graves στα παιδιά συχνά εντοπίζεται δύσκολα καθώς αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια κοινά σημεία και συμπτώματα που μπορείτε να αναγνωρίσετε. Αυτά περιλαμβάνουν:
Ο στόχος της θεραπείας στα παιδιά με υπερθυρεοειδισμό είναι να μειωθεί το ποσό των θυρεοειδικών ορμονών στην κυκλοφορία του αίματος. Στα παιδιά που εμφανίζουν παρενέργειες από αντιθυρεοειδικά φάρμακα, η χειρουργική επέμβαση μπορεί να είναι η προτιμώμενη λύση.