Σε στενή ανατομική σχέση με το θυρεοειδή αδένα βρίσκονται και οι παραθυρεοειδείς αδένες. Οι παραθυρεοειδείς αδένες είναι πέντε έως έξι και γειτνιάζουν συχνότερα με την οπίσθια επιφάνεια του θυρεοειδούς. Παρουσιάζονται αρκετές ανατομικές παραλλαγές, τόσο σε σχέση με τον αριθμό τους, όσο και με την εντόπισή τους. Μπορούν να διακριθούν από τη διαφορετική χροιά που έχουν σε σχέση με το γειτονικό παρέγχυμα του θυρεοειδούς. Οι παραθυρεοειδείς αδένες εκκρίνουν την παραθορμόνη (PTH), μια ορμόνη, που συμμετέχει στο μεταβολισμό του ασβεστίου μαζί με την καλσιτονίνη και τη βιταμίνη D.
Είναι η πάθηση, κατά την οποία παράγεται στο σώμα μας παραθορμόνη σε ποσότητα περισσότερη από το φυσιολογικό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων ασβεστίου και τη μείωση των επιπέδων φωσφόρου, αλλαγές που οδηγούν σε πολλά προβλήματα υγείας στους μυς, τους νεφρούς, τα οστά, τα δόντια, το νευρικό σύστημα, κ.α.
Υπάρχουν τρεις τύποι υπερπαραθυρεοειδισμού: ο πρωτοπαθής, ο δευτεροπαθής, και ο τριτοπαθής.
Ο πρωτοπαθής οφείλεται πιο συχνά σε ένα καλοήθες αδένωμα, ενώ πιο σπάνια σε αύξηση μεγέθους των παραθυρεοειδών αδένων (υπερπλασία). Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις οφείλεται σε καρκίνο σε κάποιον από τους αυτούς τους αδένες, καταστάσεις κατά τις οποίες έχουμε αυξημένη παραγωγή παραθορμόνης. Ο καρκίνος των παραθυρεοειδών είναι μία πολύ σπάνια κατάσταση και αφορά λιγότερο του 1% των ασθενών που έχουν πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό και λιγότερο του 0.005% όλων των καρκίνων.
Ο δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από αυξημένη παραγωγή παραθορμόνης που οφείλεται είτε σε νεφρική ανεπάρκεια, είτε σε δυσαπορρόφηση και έλλειψη ασβεστίου και βιταμίνης D3.
Ο τριτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός είναι σπάνιος. Εμφανίζεται σε κάποιους ασθενείς με δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, οι οποίοι μπορεί μετά από χρόνια να αναπτύξουν αυτόνομους στη λειτουργία τους υπερπλαστικούς αδένες, δηλαδή αδένες που δεν υπακούουν στο φυσιολογικό μηχανισμό ρύθμισης και υπερλειτουργούν ανεξάρτητα της τιμής του ασβεστίου.
Η διάγνωση και ο έλεγχος του υπερπαραθυρεοειδισμού περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
Οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν εμφανή συμπτώματα. Κάποιοι μπορεί να παραπονεθούν για αδυναμία, κόπωση και ακαθόριστο πόνο. Με το χρόνο μπορεί να αναπτυχθούν νεφρολιθίαση, κοιλιακό άλγος, δίψα, απώλεια όρεξης, ναυτία, εμετοί, οστεοπόρωση, κατάγματα οστών, διαταραχές μνήμης, σύγχυση και μυϊκή αδυναμία.
Η αυξημένη ποσότητα παραθορμόνης που κυκλοφορεί στο σώμα μας μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως:
Η θεραπεία είναι χειρουργική και αποσκοπεί στον εντοπισμό και αφαίρεση του πάσχοντος ή των πασχόντων παραθυρεοειδών αδένων.