26411 00400 mandrikoula@hotmail.com Αφών Κεντρου 4, Αγρίνιο

Η εμμηνόπαυση είναι μία φυσιολογική κατάσταση στη ζωή της γυναίκας και προκαλείται όταν οι ωοθήκες παύουν να εκκρίνουν τις ορμόνες οιστρογόνα και προγεστερόνη, με αποτέλεσμα τη διακοπή της εμμήνου ρύσεως. Η μέση ηλικία εμμηνόπαυσης είναι το 51ο έτος της ηλικίας με εύρος από 42-60 ετών. Η εμμηνόπαυση που επέρχεται σε ηλικία μικρότερη των 40 ετών ονομάζεται πρώιμη εμμηνόπαυση ή πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια. Σε εμμηνόπαυση μπορούν να οδηγήσουν, επίσης, η χημειοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία και η χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών κατά την ολική υστερεκτομή.

Ως Εμμηνόπαυση ορίζεται η χρονική περίοδος που ακολουθεί την τελευταία έμμηνο ρύση, ενώ ως Κλιμακτήριος ή Περιεμμηνοπαυσιακή Περίοδος αναφέρεται το χρονικό διάστημα που οδηγεί στην εμμηνόπαυση και το οποίο μπορεί να διαρκέσει έως και 10 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι κύκλοι συνήθως γίνονται προοδευτικά αραιότεροι, οι ορμόνες που παράγονται από τις ωοθήκες έχουν μεγάλες διακυμάνσεις και το φαινόμενο της ωορρηξίας γίνεται σπανιότερο. Όμως, παρόλα αυτά μπορεί ακόμα να συμβεί εγκυμοσύνη.

Συμπτώματα Εμμηνόπαυσης

Τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, που εμφανίζονται στο 70% περίπου των γυναικών, οφείλονται στα κυμαινόμενα επίπεδα των ορμονών, κυρίως των οιστρογόνων, όμως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως η διατροφή, η άσκηση και διάφορα φάρμακα που μπορούν να τα επηρεάσουν.

Η εμμηνόπαυση επηρεάζει τον οργανισμό επιδρώντας σε όλα σχεδόν τα συστήματα (εγκέφαλο, δέρμα, γαστρεντερικό σύστημα, θυρεοειδή αδένα, μαστό, καρδιαγγειακό σύστημα, οστά, γεννητικό και ουροποιητικό σύστημα) με διάφορες εκδηλώσεις που ποικίλουν από γυναίκα σε γυναίκα τόσο ως προς την ένταση, όσο και ως προς την διάρκεια τους.

Τα συχνότερα από τα συμπτώματα αυτά είναι τα εξής:

  • Εξάψεις
  • Εφιδρώσεις
  • Αίσθημα παλμών
  • Αϋπνία
  • Κεφαλαλγίες
  • Αρθραλγίες
  • Κατάθλιψη
  • Διαταραχές στην μνήμη
  • Έλλειψη ενδιαφερόντων
  • Ξηρότητα κόλπου
  • Πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή
  • Ακράτεια ούρων

Επιπτώσεις στην Υγεία

Μετά την εμμηνόπαυση η έλλειψη οιστρογόνων οδηγεί σε ταχεία απώλεια της οστικής μάζας και εκθέτει τη γυναίκα σε αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, με αποτέλεσμα αύξηση του κινδύνου καταγμάτων κυρίως του ισχίου, του καρπού, των σπονδύλων και των πλευρών.

Η κυριότερη αιτία θανάτων μεταξύ των γυναικών στην εμμηνόπαυση είναι η αθηρωμάτωση και η καρδιαγγειακή νόσος. Η ευνοϊκή θέση της γυναίκας σε σχέση με τον άνδρα παύει να υπάρχει από τη στιγμή που σταματά η ωοθηκική λειτουργία και η έκκριση οιστρογόνων. Οι παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο κατά την εμμηνόπαυση είναι: η παχυσαρκία, η αρτηριακή υπέρταση, τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, το κάπνισμα και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Θεραπεία – Ορμονική Υποκατάσταση

Τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης διαφέρουν από γυναίκα σε γυναίκα και ο τρόπος αντιμετώπισής τους εξαρτάται από έναν αριθμό παραγόντων, όπως η ηλικία της εμμηνόπαυσης, το είδος και την ένταση των συμπτωμάτων, το βαθμό στον οποίο αυτά επηρρεάζουν την ποιότητα ζωής και τον κίνδυνο οστεοπόρωσης ή καρδιαγγειακής νόσου. Έτσι, κάποιες γυναίκες προτιμούν να αλλάξουν τρόπο ζωής, για παράδειγμα να διακόψουν το κάπνισμα, να κάνουν υγεινή διατροφή, να ελαττώσουν την κατανάλωση καφεΐνης ή αλκοόλ, να ελαττώσουν το στρες και να κάνουν συστηματική άσκηση, μέτρα που βοηθούν στην βελτίωση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, τα συμπτώματα είναι έντονα και οι γυναίκες αναζητούν επίμονα λύση από τους ειδικούς.

Η χορήγηση ή όχι αγωγής ορμονικής υποκατάστασης είναι απόφαση που θα πάρει ο ειδικός ιατρός σε συνεργασία με την γυναίκα, η οποία οφείλει να γνωρίζει σε τι αποσκοπεί η αγωγή, ποια τα οφέλη και ποια τα προβλήματα και το κυριότερο ότι απαιτείται συστηματική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της αγωγής. Στη λήψη της απόφασης αυτής θα ζυγιστούν οι πιθανές παρενέργειες, αλλά και θα εκτιμηθούν κάποιοι παράγοντες, όπως η ύπαρξη καρκίνου μαστού στην οικογένεια, θρομβώσεων στο ιστορικό, προηγούμενου καρδιοαγγειακού επεισοδίου, ηπατικής βλάβης, σακχαρώδους διαβήτου, και άλλων σοβαρών νοσημάτων που αποτελούν και σαφείς αντενδείξεις για την χορήγηση της αγωγής.

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης είναι διαθέσιμη σε ποικιλία δοσολογικής ισχύος και σχημάτων ανάλογα με τον τύπο και τη δόση οιστρογόνου, το συνδυασμό με προγεσταγόνα (εάν η γυναίκα έχει μήτρα, ώστε να προστατευτεί από τον καρκίνο του ενδομητρίου), το διαδοχικό ή συνεχή τρόπο λήψης καθώς και την οδό χορήγησης (δισκία από του στόματος, διαδερμικά αυτοκόλλητα, γέλη, ενδοκολπική χορήγηση).

Οι γνώσεις των ειδικών, ενδοκρινολόγου ή γυναικολόγου, είναι εκείνες που βαρύνουν στην εκτίμηση των καταστάσεων αυτών, που θα προστατεύσουν την γυναίκα από την έκθεση σε πιθανούς κίνδυνους και τελικά θα οδηγήσουν σε κάθε περίπτωση στη σωστή θεραπευτική επιλογή, που πρέπει να είναι εξατομικευμένη για κάθε γυναίκα.